υποδουλώνω

υποδουλώνω
[-ώ (ο)] μετ. порабощать, обращать в рабство

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "υποδουλώνω" в других словарях:

  • υποδουλώνω — υποδουλώνω, υποδούλωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • υποδουλώνω — ὑποδουλῶ, όω, ΝΜ [ὑπόδουλος] νεοελλ. 1. κάνω κάποιον υπόδουλο, υπάγω κάποιον υπό την κυριαρχία μου ή την κυριαρχία άλλου, στερώ την ελευθερία και την ανεξαρτησία κάποιου 2. μτφ. καθιστώ κάποιον υποχείριό μου (α. «συνηθίζει να υποδουλώνει όλους… …   Dictionary of Greek

  • υποδουλώνω — υποδούλωσα, υποδουλώθηκα, υποδουλωμένος 1. κάνω κάποιον υπόδουλο, του στερώ την ελευθερία ή την ανεξαρτησία του, τον σκλαβώνω: Οι Γερμανοί είχαν υποδουλώσει την Ελλάδα. 2. μτφ., κάνω κάποιον υποχείριό μου: Τον υποδούλωσε το πάθος του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καθυποδουλώνω — (επιτατ. τού υποδουλώνω) καθιστώ κάποιον τελείως δούλο, υποδουλώνω ολοκληρωτικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ὑπο δουλώνω. Η λ., στον λόγιο τ. καθυποδουλώ, μαρτυρείται από το 1825 στην εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά] …   Dictionary of Greek

  • καταδουλογραφώ — καταδουλογραφῶ (Μ) υποδουλώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + δουλο γραφῶ «υποδουλώνω»] …   Dictionary of Greek

  • καταδουλώ — καταδουλῶ, όω (AM, Μ και καταδουλώνω) [κατάδουλος] υποδουλώνω, υποτάσσω μσν. 1. πιάνω κάποιον αιχμάλωτο, σκλαβώνω 2. κρατώ ως σκλάβο 3. συγκρατώ 4. (για ερωτικό πάθος) κάνω κάποιον δικό μου, υποχείριό μου αρχ. 1. μτφ. υποδουλώνω τον νου 2.… …   Dictionary of Greek

  • προδουλώ — όω, Α υποδουλώνω κάποιον ή κάτι προηγουμένως («προδουλοῡν τὴν αὐτοῡ πατρίδα», Φίλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + δουλῶ «υποδουλώνω»] …   Dictionary of Greek

  • υποδούλωση — η, Ν η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού υποδουλώνω, στέρηση τής ελευθερίας και τής ανεξαρτησίας κάποιου με την υπαγωγή του στην κυριαρχία άλλου, καθυπόταξη, σκλάβωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < υποδουλώνω. Η λ., στον λόγιο τ. ὑποδούλωσις, μαρτυρείται από το… …   Dictionary of Greek

  • αιχμαλωτίζω — (Α αἰχμαλωτίζω) συλλαμβάνω κάποιον ως αιχμάλωτο, υποδουλώνω, σκλαβώνω (νεοελλ. μσν.) καθιστώ κάποιον υποχείριο μου, τόν γοητεύω, τόν συναρπάζω νεοελλ. (για ζώα) συλλαμβάνω, αρπάζω για λογαριασμό μου, οικειοποιούμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰχμάλωτος. ΠΑΡ …   Dictionary of Greek

  • αναδουλώνω — (Α ἀναδουλῶ, όω) υποδουλώνω εκ νέου, επαναφέρω στην υποδούλωση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + δουλῶ. ΠΑΡ. νεοελλ. αναδούλωση] …   Dictionary of Greek

  • ανδραποδίζω — ἀνδραποδίζω (Α) (ενεργ, και μέσ.) 1. υποδουλώνω, απάγω άνθρωπο ελεύθερο και τον πουλώ ως δούλο 2. (για ιδιώτη) ασκώ το επάγγελμα του δουλεμπόρου, εμπορεύομαι δούλους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανδράποδον. ΠΑΡ. αρχ. ανδραποδισμός, ανδραποδιστής,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»